Αμπάρι 

Πόσα έχεις να θυμηθείς, σώμα;

Πόσο ξερές είναι οι πηγές σου;

Σε ποιες μνήμες τολμάς να κατεβείς;

Ήταν στιγμές. Και κυριάρχησαν.

Στοιβάχτηκαν στο αμπάρι της καρδιάς σου,

ρίζωσαν κάτω από το δέρμα.

Ρίγη.

Δευτερόλεπτα που σχίσαν τον χρόνο.

Οι άκρες των δακτύλων σου χάραζαν

σε καμβά που έτρεμε.

Τα μάτια σου γυάλιζαν και η σπίθα τους φούντωνε τη φωτιά που συντηρούσαν τα χείλη.

Δεν υπήρχε χρόνος, μόνο διακριτές στιγμές.

Η στιγμή της σύγκλισης.

Η στιγμή της άφεσης.

Η στιγμή της ήττας.

Όσες φορές νικήθηκες, σώμα,

τόσες ουλές φύλαξες.

Όσα βλέμματα άντεξες,

τόσο έσφιξε η σιωπή σου.

Πόσο από όλα αυτά απέμεινε;

Πόσα χαράχτηκαν

και πόσα καταποντίστηκαν στη λήθη;

Οι πηγές σου δεν στέρεψαν.

Κάτι μέσα σου τις έθαψε.


Σχόλια

Σχολιάστε