Και τι είναι η μάσκα παρά το αναλγητικό μιας φοβισμένης ψυχής που τρέμει μπροστά στο εσωτερικό της σκοτάδι;
Δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα τεχνητό λυχνάρι που διαλύει τη σκιά που αναπόφευκτα σέρνεις μαζί σου.
Οι μάσκες κρύβουν τη σκοτεινή γύμνια που φοβάσαι να αντικρίσεις, μήπως και καταφανεί το παράλογο και διαλυθεί όλο το ανάστημα σαν τραπουλόχαρτα.
Αλλά εκεί, στη σκιά, στο μαύρο όπου όλα τα χρώματα υπάρχουν και δεν υπάρχουν την ίδια στιγμή, εκεί που πεθαίνει και ζει η γάτα και το φως βηματίζει αλλά κυλά ταυτόχρονα, εκεί, στην κόψη του ξυραφιού, ζει το παράλογο. Λάμπει σαν ηλιαχτίδα που ακουμπά το μέταλλο και διαπερνά κάθε μάσκα, φωτίζοντας τον κόσμο με κάθε λογής χρώματα, όπως διαθλάται το φως στο διαμάντι.
Όποια μάσκα κι αν φορέσει, τα μάτια του θα ξεχύνονται με μαύρα δάκρυα και τα χείλη του με πορφυρό αίμα.
Αυτόν τον πόνο που βιώνει μέσα από τη σύγκρουση με τη μάσκα, θα τον ξεχνούσε εύκολα αν απλώς έμενε γυμνός, να δει τη σκιά και τα χρώματα που γεννιούνται όταν ακτινοβολεί το μαύρο.
Αυτή την αγαλλίαση μέσα στο επίκεντρο της σκιάς, την αποδοχή της ομορφιάς στο σκοτάδι και το καλωσόρισμα του φωτός μέσα από αυτό, όλα αυτά τα περιφρονεί, φοβούμενος τη μάχη.
Γιατί τι είναι ο άνθρωπος αν δεν ανακαλύπτει συνεχώς τα πιο εφευρετικά τεχνάσματα για να καλύψει τη γύμνια του;
Τι είναι, αν δεν φορά παρωπίδες από ατσάλι ώστε να κοιτά επίμονα μόνο προς τα έξω;
Τι είναι, αν μόνο στο άκουσμα της υπόνοιας της σκιάς του ανεβάζει τείχη ολόκληρα από λίθινες μάσκες;
Τι είναι ο άνθρωπος, αν δεν εφευρίσκει κάθε δυνατό τρόπο για να ξεχνά τον φόβο του θανάτου του;
Είναι, λοιπόν, ικανός για όλα!

Σχολιάστε