Becoming Maurice (2026)

Πάντα του άρεσαν τα είδωλα στο γυαλί.

Εκεί όπου η πραγματικότητα δεν χανόταν, αλλά διπλασιαζόταν. Δύο εικόνες συνυπήρχαν, χωρίς να υπερισχύει καμία, όσο το φως τις κρατούσε ζωντανές.

Αυτό σκεφτόταν ο Maurice εκείνο το βράδυ.

Ήταν περίπου είκοσι χρονών όταν άφησε τις σπουδές του και έφυγε. Δεν το είδε ποτέ σαν ρίσκο. Για εκείνον ήταν η μόνη ειλικρινής επιλογή. Δούλευε με τα χέρια του. Λάδια, γρέζια, μέταλλο. Τα πρωινά τον έβρισκαν ήδη μέσα στη δουλειά, με τον ήλιο να πέφτει πάνω του.

Χαμογελούσε συχνά.

Και το ήξερε ότι ήταν καλός.

Η δουλειά του τον χωρούσε ολόκληρο.

Μέχρι που για ένα διάστημα, ο κόσμος σταμάτησε.

Οι δρόμοι άδειασαν. Τα αυτοκίνητα έμειναν ακίνητα. Όχι για πάντα , αλλά αρκετά για να διακόψουν τη ροή του. Όταν όλα άρχισαν ξανά, εκείνος είχε ήδη μετακινηθεί.

Επέστρεψε στις σπουδές. Τις τελείωσε. Σε μια αποφοίτηση συνάντησε έναν παλιό πελάτη. Λίγες κουβέντες, μια πρόταση.

Ένα γραφείο.

Μια θέση.

Δέχτηκε.

Την πρώτη μέρα, ο χώρος τον ξένισε.

Καθαρός, ήσυχος, σχεδόν αποστειρωμένος. Οι επιφάνειες λείες. Οι κινήσεις ακριβείς. Οι άνθρωποι μιλούσαν σωστά, αλλά χωρίς βάρος.

Τα αστεία του δεν πέρασαν.

Το χαμόγελό του δεν επιστράφηκε.

Η παρουσία του έμοιαζε να περισσεύει.

Τα ρούχα του σχολιάστηκαν σιωπηλά.

Τα μάτια του απέφευγαν να συναντηθούν με άλλα.

Όλα γύρω του ήταν λευκά.

Και αυτός μόνο είχε χρώμα.

Και το χρώμα

ήταν το μόνο που δεν θα έχανε.

Πέρασαν μήνες.

Ένα πρωί στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη.

Σταμάτησε.

Για μια στιγμή, κάτι του φάνηκε γνώριμο. Όχι σαν εικόνα, σαν αίσθηση. Σαν να είχε βρεθεί εκεί ξανά, χωρίς να θυμάται πότε.

Δεν το ακολούθησε.

Έσκυψε και έριξε νερό στο πρόσωπό του.

Όταν σήκωσε το κεφάλι, το είδωλο είχε σταθεροποιηθεί.

Το βλέμμα πιο επίπεδο.

Το φως λιγότερο.

Στο βάθος, ένα σκούρο καφέ παρέμενε.

Σαν να προσπαθούσε να καθρεφτίσει κάτι που δεν υπήρχε πια μπροστά του.

Έμεινε για λίγο.

Μετά ντύθηκε.

Το κοστούμι του ξεχώριζε.

Ένα χρώμα μέσα σε όλα τα υπόλοιπα.

Έβαλε ζελέ στα χέρια του.

Η υφή απλώθηκε στις παλάμες του.

Στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο.

Μετά έφυγε.

Λίγες εβδομάδες μετά, οδήγησε μέχρι τη θάλασσα.

Ο ορίζοντας άνοιγε μπροστά του.

Πάντα του θύμιζε την αίσθηση ελευθερίας που ένιωθε όταν οδηγούσε. Την κίνηση, την ακρίβεια, το σώμα σε εγρήγορση.

Αυτή τη φορά, όχι.

Έβαλε μπροστά.

Ο ήχος δεν ήταν λάθος.

Ήταν βαρύς.

Δεν βρυχόταν.

Βόγκαγε.

Σαν να κουβαλούσε κάτι περισσότερο από το ίδιο του το βάρος.

Έκλεισε τα μάτια.

Και αφέθηκε.

Το πόδι του χαλάρωσε.

Η ταχύτητα έμεινε μέσα.

Το αυτοκίνητο κινήθηκε.

Χωρίς απόφαση.

Χωρίς αντίσταση.

Για μια στιγμή, υπήρχε σε δύο καταστάσεις ταυτόχρονα.

Σαν να ήταν και μέσα και έξω από το ίδιο του το τέλος.

Από το οπτικό πεδίο ενός μυρμηγκιού, εκείνα τα δευτερόλεπτα θα έμοιαζαν ατελείωτα.

Για τον Maurice, δεν είχαν διάρκεια.

Ξύπνησε απότομα.

Το ξυπνητήρι χτυπούσε.

Το δωμάτιο γνώριμο.

Ο χρόνος όχι.

Κοίταξε τα χέρια του.

Γκρίζα.

Τα νύχια μαύρα από κάτω.

Μια μύγα κάθισε στο χέρι του.

Την έδιωξε.

Ξάπλωσε.

Η μύγα επέστρεψε.

Σηκώθηκε. Πήρε ένα παπούτσι.

Άρχισε να την κυνηγάει.

Η κίνησή της ήταν ακανόνιστη, σχεδόν ειρωνική. Κάθε φορά που πλησίαζε, του ξέφευγε. Ο αέρας γέμιζε χτυπήματα χωρίς στόχο.

Καθώς κινούνταν, τα πράγματα έπεφταν.

Ένα φωτιστικό.

Ένα ποτήρι.

Μια κορνίζα.

Η φωτογραφία έσπασε στο πάτωμα.

Το πρώτο αυτοκίνητο.

Το γυαλί διαλύθηκε.

Πάτησε πάνω του.

Δεν σταμάτησε.

Η μύγα συνέχιζε.

Όσο την κυνηγούσε, τόσο το δωμάτιο διαλυόταν.

Όσο προσπαθούσε να την σταματήσει, τόσο εκείνη παρέμενε.

Μια μικρή, επίμονη παρουσία.

Σταμάτησε.

Κάθισε στο κρεβάτι.

Το βλέμμα του άδειασε.

Το χέρι του χαλάρωσε.

Το παπούτσι γλίστρησε αργά από τα δάχτυλά του και έπεσε.

Το σώμα του ακολούθησε.

Η μύγα βρήκε μια χαραμάδα και έφυγε.

Ο Maurice έμεινε.

Ακίνητος.

Το δωμάτιο διαλυμένο.

Γυαλιά, αίμα, φως.

Στο τζάμι φαινόταν η θάλασσα.

Και μέσα της — το δωμάτιο.

Οι δύο εικόνες συνυπήρχαν.

Καμία δεν υπερίσχυε.

Ποιο ήταν το είδωλο,

δεν έμαθε ποτέ.