Φοράμε μάσκες ασυναίσθητα.
Η μάσκα του αγνού και ανιδιοτελούς,
η μάσκα του σκοτεινού και επικριτικού,
η μάσκα του αυτοσαρκασμού
που κρύβει ένα πληγωμένο χαμόγελο,
η μάσκα του πειθήνιου και σοβαρού,
η μάσκα του ευθύ, οριακά θρασύ, που αντιδρά.
.
Τις εναλλάσσουμε
με την ίδια ευκολία
που αλλάζουμε ρούχα.
.
Άλλες τις φοράμε για να αντέξουμε.
Άλλες για να ανήκουμε.
Άλλες για να προστατευτούμε.
Και άλλες
χωρίς καν να καταλάβουμε πότε
γίνονται συνήθεια.
.
Και κάπου εκεί
παύει να είναι ξεκάθαρο
ποια είναι μάσκα
και ποια όχι.
.
Γιατί όσο τις φοράμε,
κάτι μέσα μας
τις αναγνωρίζει.
.
Κάποιες δεν μας ξενίζουν.
Κάποιες δεν μας πιέζουν.
Κάποιες
μας μοιάζουν επικίνδυνα.
.
Όχι γιατί είναι αληθινές,
αλλά γιατί μέσα τους
υπάρχει κάτι δικό μας.
.
Δεν μπορείς να φορέσεις μια μάσκα
που δεν βρίσκει σημείο σύνδεσης
με την ουσία σου.
Κάτι μέσα σου
την έχει ήδη επιτρέψει.
.
Και τότε αρχίζει η αμφιβολία:
μήπως είναι κομμάτι σου
που έμαθες να το φοράς
αντί να το ενσωματώνεις;
.
Κι όμως,
δεν είναι οι μάσκες που σε κρατούν μακριά από σένα.
Είναι η απόσταση που κρατάς από αυτές.
.
Η άνεση του να τις φοράς
χωρίς να τις αναλαμβάνεις.
Η ασφάλεια
του να τις επιδεικνύεις
χωρίς να τις ενσωματώνεις.
.
Κι αν αυτό που ονομάζεις «ουσία»
δεν είναι κάτι καθαρό και ενιαίο,
αλλά ένα σύνολο από εκφάνσεις,
τότε τι ακριβώς προστατεύεις;
.
Κι αν οι μάσκες δεν κρύβουν
αλλά αποκαλύπτουν;
.
Σαν διαμάντι στο φως,
που διαθλά και σκορπίζει
όλα τα χρώματα μαζί.
.
Τότε δεν είσαι πίσω από τη μάσκα.
.
Είσαι
ένα κομμάτι από όλες
και αυτές κρατούν ένα κομμάτι από σένα.
