Η μνήμη δεν ανοίγει πάντα σαν σεντούκι.
Μερικές φορές τεντώνεται σαν κλωστή.
Μια εικόνα.
Ένας ήχος.
Μια μυρωδιά.
Μια θερμοκρασία πάνω στο δέρμα.
Και ξαφνικά, κάτι από το παρόν δένεται με ένα σημείο που νόμιζες πως είχε χαθεί.
Όπως τότε, με τα δύο ποτήρια και την κλωστή.
Παιδικό παιχνίδι, σχεδόν ψεύτικο.
Κι όμως, για λίγο πιστεύαμε πως ο ήχος μπορούσε να περάσει από τη μία άκρη στην άλλη.
Έτσι επιστρέφει και η μεσημεριανή σιέστα.
Όχι σαν ανάμνηση ολόκληρη.
Σαν ήχος πρώτα.
Τα τζιτζίκια.
Ο ανεμιστήρας.
Τα φύλλα που κινούνταν λίγο, αρκετά μόνο για να θυμίζουν πως έξω υπήρχε αέρας.
Το φως έμπαινε από τα παντζούρια κομμένο σε λωρίδες,
σαν να μην ήθελε να ξυπνήσει κανέναν απότομα.
Το σπίτι ησύχαζε.
Οι μεγάλοι παραδίδονταν στον ύπνο με μια ευλάβεια που τότε έμοιαζε ακατανόητη.
Για το παιδί, εκείνη η ώρα ήταν σχεδόν τιμωρία.
Το σώμα ήθελε να τρέξει.
Η μέρα ήταν ακόμη άθικτη.
Η θάλασσα δεν είχε τελειώσει.
Το απόγευμα περίμενε έξω, ζεστό και ανοιχτό.
Και κάπου μακριά, σχεδόν πίσω από τον ύπνο,
ακουγόταν η θάλασσα.
Όχι δυνατά.
Όχι καθαρά.
Σαν να ανέπνεε υπομονετικά,
περιμένοντας να τελειώσει ο ύπνος των μεγάλων
για να σε πάρει πίσω.
Κι εσύ, παιδί ακόμη,
δεν καταλάβαινες την ιερότητα εκείνης της ακινησίας.
Δεν ήξερες πως κάποτε
θα σου έλειπε αυτό που τότε προσπαθούσες να προσπεράσεις.
Ήθελες μόνο να σηκωθείς.
Να τρέξεις ξυπόλυτο.
Να νιώσεις την άμμο να καίει λίγο στις πατούσες.
Να βουτήξεις στα πορτοκαλί νερά του απογεύματος
πριν το φως χαθεί πίσω από τη θάλασσα.
Τότε όλα ήταν απλώς καλοκαίρι.
Τώρα είναι κάτι άλλο.
Τώρα η ίδια σιέστα επιστρέφει σαν χρυσή κλωστή.
Δένει το σώμα που θυμάται
με το παιδί που δεν ήξερε ακόμη
το βάρος εκείνης της ησυχίας.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο σκληρή πλευρά της μνήμης:
δεν επιστρέφει για να σου δώσει πίσω τον χρόνο.
Επιστρέφει για να σου δείξει
πόσο αθόρυβα πέρασε από μπροστά σου.
Η παιδική άγνοια δεν μπορούσε να εκτιμήσει εκείνη την ησυχία.
Η ενήλικη γνώση, όμως,
την κρατά πια
σαν κόρη οφθαλμού.
