Letters to Maurice #2 (2026)

Dear Maurice,


Όσο στέκεσαι και ξαποσταίνεις δίπλα στον βράχο,
ξέρω πως η σκέψη σου ταλανίζεται μπροστά στο παράλογο.
Το αντικρίζεις κατάματα και δεν το εγκαταλείπεις ποτέ από τη ματιά σου.
Όλη αυτή η αναζήτηση για μεγάλες αλήθειες.
Η ανάγκη για νόημα
που γεμίζει την ψυχή και τους πνεύμονες με οξυγόνο.
Το σφίξιμο στο στομάχι μπροστά στο άγνωστο
και η ελπίδα πως κάπου, πίσω από αυτό,
υπάρχει ένας σκοπός.
Κάθε απόφαση προς αυτόν τον σκοπό
μοιάζει να αγιάζεται από την υπόσχεση
ενός υπέρτατου νοήματος.

Μα εσύ στέκεσαι μπροστά στο παράλογο
και φωνάζεις πως το νόημα πέθανε
και πως εμείς το σκοτώσαμε.
Εμείς,
όταν είδαμε τον βράχο να κυλά
και στρέψαμε ξανά το βήμα προς τα κάτω,
σε μια πορεία μάταιη
μα, παρ’ όλα αυτά, υπαρκτή.

Κάθε κατηφόρα σου
μια μάχη με τη ματαιότητα.
Κάθε επιστροφή
μια κραυγή προς τις υπέρτατες αλήθειες
που μας μουδιάζουν.

Οι αλήθειες αυτές στέκονται
σαν αειθαλές δέντρο πάνω από τη ράχη μας.
Προστατεύουν την ψυχή από το παράλογο.
Κρατούν την ακτινοβολία του μακριά από το δέρμα.

Όσες βροντές κι αν προκαλέσεις, Maurice,
όσους κατακλυσμούς κι αν φέρεις,
το φύλλωμα είναι τόσο πυκνό
που δεν αγγίζεις τη ρίζα.

Κι έτσι μένεις
έρημος και φοβερός
στην ηλιοκαμένη πλαγιά σου,
να ωρύεσαι,
ενώ μόνο η σκιά σου ακούει τις κραυγές.

Αλλά πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς, Maurice;
Ποιος θα θυσίαζε
το δροσερό αεράκι αγαλλίασης κάτω από τα μουδιασμένα κλαδιά,
για να νιώθει το δέρμα του
να σπάει κάτω από την ακτινοβολία
του παραλόγου;

Κι εσύ, αν μπορούσες,
θα διάλεγες να μουδιάσεις.
Θα άφηνες την όρασή σου
να χαθεί μέσα στη σκιά.

Η τραγωδία σου είναι πως
δεν μπορείς πια να πιστέψεις
στο καταφύγιό της.

Ένας αγώνας με σκοπό,
ακόμη κι αν ο σκοπός είναι τυφλός,
παραμένει αγώνας που γεμίζει την ψυχή.

Εσύ όμως έχεις ανοιχτά μάτια
και κανέναν σκοπό.

Κι όμως συνεχίζεις.

Τον βράχο γνωρίζεις καλύτερα.
Την τραχιά του επιφάνεια.
Το βάρος του στα χέρια.
Τον ήχο του όταν πέφτει.
Τον έχεις για συντροφιά
και όλες τις αισθήσεις σου οξυμένες
κατά τη διαδρομή.

Γι’ αυτό μπορώ να σε φανταστώ ζωντανό, Maurice.
Περισσότερο ζωντανό από κάθε σκιά.
Και ίσως ευτυχισμένο,
παρά τον πόνο που υπομένεις στο πετσί σου.
Έναν πόνο για κάθε νόημα που καταρρίπτεται
και για κάθε υπέρτατη αλήθεια
που διαλύεται σαν κάστρο στην άμμο
όταν τη φτάνει η θάλασσα του παραλόγου.
Μια θάλασσα που βρέχει τις αλήθειες μας
και παρασύρει τις βάσεις τους.
Ένας απέραντος ωκεανός παραδοξότητας
που χάνεται στον ορίζοντα
και το μάτι δεν μπορεί να κρατήσει.

Σε αυτή την αέναη μάχη,
εσύ, Maurice, επιλέγεις να κολυμπήσεις,
ενώ γύρω σου
όλοι συνεχίζουν να χτίζουν κάστρα
με σαθρές βάσεις.
Εσύ επιλέγεις το απέραντο.
Χωρίς προορισμό.
Χωρίς σκοπό.
Χωρίς την υπόσχεση μιας ακτής.

Προς το παρόν, Maurice,
το κολύμπι αρκεί.