Letters to Maurice #4

Dear Maurice,

Τελικά πόσο σε ανατριχιάζει η σκέψη του βυθού;

Είναι τα παπούτσια σου που χάθηκαν
και βρήκαν νέο σπίτι εκεί κάτω,
ανάμεσα σε άμυαλα όντα
που χωρίς καμία ντροπή
θα κατασπάραζαν το σώμα σου
αν είχες βυθιστεί μαζί τους;

Μα τελικά τι είναι πιο προκλητικό;

Η θέα του άγνωστου ορίζοντα
όσο παλεύεις με τα κύματα

ή τα κοφτερά δόντια
που ανυπομονούν να νιώσουν τη σάρκα σου;

Παντού υποβόσκει μια ύπουλη ελπίδα,
ό,τι κι αν βιώσει το κέλυφος που κουβαλάς.

Μια ελπίδα για μια ακτή.
Ή για έναν ύπνο
από τον οποίο δεν χρειάζεται να ξυπνήσεις.

Έμαθα μια νέα ερώτηση πρόσφατα
που ξέρω πως ούτε εσύ μπορείς να απαντήσεις.

Εσύ είσαι χαρούμενος, Maurice;

Ίσως όσο ξαποσταίνεις
στο μεσημεριανό σου διάλειμμα
κάτω από τον τρυφερό φθινοπωρινό ήλιο
να σκεφτείς πως είσαι ήρεμος.

Ίσως όσο νιώθεις
την πληγή στο μάγουλό σου να επουλώνεται
να σκεφτείς πως είσαι παραδομένος,
αλλά ελεύθερος.

Ίσως όσο κοιτάς τον ορίζοντα
από το ψηλό σου παράθυρο
και οι άλλοι κοιτούν τη γύμνια σου,
να σκεφτείς πως είσαι δυνατός.

Φοβερός.

Πότε όμως, Maurice,
μπορείς να σκεφτείς πως είσαι χαρούμενος;

Όταν νιώθεις
την ελαφριά σκιά της μύγας στον ώμο σου
και κουβαλάς το ασήκωτο φορτίο της,

χωρίς φόβο,
χωρίς απολογίες,

μόνο με ανοιχτά μάτια
στο παράλογο,

τότε νιώθεις χαρούμενος;

Μπροστά σε όλα αυτά τα είδωλα, Maurice,
ενώ στέκεσαι φοβερός
και τα αφήνεις να αλλοιώνονται
με στωική αποδοχή,

μπορείς να αποφασίσεις
ποιο απ’ όλα είναι τελικά το χαρούμενο;

Μπορείς να σπάσεις τα είδωλα σε κομμάτια
και να συνθέσεις ένα νέο
που θα ονομάζεται «χαρούμενο».

Και τότε πια, Maurice,

ποιος θα είσαι;

Πού θα είσαι;

Αν όχι όλα αυτά,
αν όχι κανένα από αυτά,

τότε πού ήσουν εξαρχής;

Κι αν ό,τι ήσουν πάντα
ήταν ένα ζευγάρι κόκκινα παπούτσια;

Μήπως η μύγα
δεν σε ακούμπησε ποτέ
κι εσύ δεν την πρόφτασες καν;

Άρα μήπως τελικά
ο ορίζοντας βλέπει μόνο κύματα
να τον πλησιάζουν;