Dear Maurice,
Πέρασαν οι σκέψεις σου
και αναστάτωσαν την καθημερινότητα
σαν αεράκι που ταράσσει τα κλαριά,
τόσο ώστε να ταρακουνηθούν ελαφρώς
μα να μη σπάσουν.
Ο άνεμος παρέσυρε και τη δική μου σκέψη,
σαν την επιφάνεια της θάλασσας
που ταλαντώνεται ελαφρώς
και γεννά εμβρυϊκά κύματα.
Πήγα εκεί που στάθηκες, Maurice,
και στάθηκα ενώπιον του ορίζοντα με απορία.
Εσύ κάποτε κοίταξες
και απόρησες εις βάθος
για τη διάθεσή του προς τη θάλασσα.
Έστησες μια δίκη
μεταξύ τ’ ουρανού και των κυμάτων,
με δικαστή έναν ορίζοντα τόσο απέραντο
που οι υπεκφυγές τους δεν τον ακουμπούσαν.
Εκεί, στα αιθέρια δικαστήρια,
έστησες τον εαυτό σου προ τετελεσμένου,
έτοιμος να εκτελεστείς
χωρίς να σε ενδιαφέρει η ετυμηγορία.
Μια δίκη χωρίς κατηγορίες.
Παρά μόνο τέλος.
Ένα τέλος που μόνο εσύ ξέρεις
και τα αιθέρια σώματα
αγνοούσαν υπεροπτικά.
Ώσπου ήρθε το φεγγάρι…
Ένα φεγγάρι ολόγεμο,
μα πανταχού παρόν.
Στα κύματα απλώθηκε
και σε κάλεσε στην αγκαλιά του.
Χωρίς υπεκφυγές αυτή τη φορά.
Χωρίς ανέμους.
Άπλωσες το αδιάφορο κορμί σου
στα καθρεφτίσματά του,
καθώς τα κύματα σιωπούσαν
για να σε δεχτούν χωρίς ταραχή.
Από εκείνη τη στιγμή, Maurice,
ξέρω ότι παραδόθηκες.
Παρέδωσες ένα σώμα γεμάτο ουλές
στο φωτισμένο νερό του φεγγαριού.
Να αναστήσει τα νεκρωμένα σου άκρα.
Να φωτίσει τον νου σου.
Με μια πνοή
σαν εκείνη που ξυπνά τα μουδιασμένα φύλλα
από τη μακάρια σιωπή τους.
Τώρα είσαι ελεύθερος, Maurice.
Τώρα είσαι παντού
και πάντα.
