Letters to Maurice #6

«Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;» λες, Maurice.
Λες και κοιτάς.
Κοιτάς, αλλά το βλέμμα σου δεν βλέπει.
Χάνεται.
Χάνεται κάπου μέσα σε αυτή την Άβυσσο που κάποτε ήταν σπίτι σου, μέσα σε ένα σκοτάδι τόσο οικείο και τόσο ελκυστικό.
Πίστεψες κάποτε πως έστησες θεμέλια σε μια Άβυσσο που δεν έχει τέλος. Κι εσύ, παρ’ όλα αυτά, βρήκες έδαφος να χτίσεις.
Και στάθηκες εκεί και περίμενες.
Και περίμενες, Maurice.
Περίμενες πως κάποια χρώματα φαίνονται στο σκοτάδι.
Και αυτά τα λίγα που έφεγγαν αμυδρά ήταν αρκετά.
Ήταν αρκετά, Maurice.
Για σένα.
Για να ανοίγεις την πόρτα σου κάθε βράδυ και να αγναντεύεις ένα φεγγάρι. Μια πηγή φωτός που μόνο εκείνη ξεχώριζε τα χρώματα.
Κι όλα ήταν ήρεμα.
Όλα έβαιναν όπως αναμενόταν στην Άβυσσο.
Κι εσύ είχες απολέσει κάθε επιθυμία για ζωντανότερους τόνους.
Άλλωστε, Maurice, τα μάτια σου δεν είχαν συνηθίσει ποτέ τα έντονα χρώματα.
Άλλωστε, Maurice.
Τα μάτια σου ήταν συνηθισμένα στο γκρι.
Συνηθισμένα σε τόνους που ξεκουράζουν το βλέμμα.
Και ξαφνικά το φεγγάρι έγινε ήλιος.
Και όλα γύρω σου απέκτησαν χρώμα και ένταση.
Και οι αποχρώσεις πολλαπλασιάστηκαν.
Και ξαφνικά όλα αλληλεπιδρούν με τέτοια θέρμη και κατανυκτικότητα.
Κι εσύ παρατηρείς, Maurice, με απορία.
Απορία στραμμένη προς τα μέσα.
Γιατί πάντα περίμενες πως το πρώτο φως θα σε τύφλωνε.
Πως το πρώτο φως μπορεί να έκαιγε τα μάτια σου.
Άλλωστε, έτσι λένε πως συμβαίνει.
Μα τα δικά σου μάτια είχαν μνήμη.
Και το φως…
το φως ήταν μια ξεχασμένη εικόνα, χαμένη μες στη λήθη.
Γιατί επέλεξες.
Γιατί, Maurice, επέλεξες να βυθίσεις το φως στη λήθη.
Επέλεξες να ορίσεις ως τη νέα τάξη πραγμάτων μια γκριζαρισμένη πραγματικότητα.
Και κάπου εκεί ξέχασες τα πολύχρωμα κοστούμια σου.
Και φορούσες τόσα πολλά, Maurice.
Σε θυμάμαι.
Σε θυμάμαι όταν οι συνδυασμοί που έψαχνες είχαν ένταση.
Και τώρα λες:
«Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους;»
Τώρα που γεμίσαμε χρώματα.
Και που όλα γύρω σου σε καλωσορίζουν.
Μα εσύ σαν να μην αντέχεις τόσα πολλά χρώματα.
Σαν να ψάχνεις κάπου μέσα σε όλα αυτά να τα συνδυάσεις και να βγει γκρι.
Γιατί έτσι ξέρεις.
Αλλά τώρα τα βήματά σου είναι εμβρυϊκά σχεδόν, πάνω σε μια παλέτα που στεγνώνει γρήγορα.
Δεν προλαβαίνεις να αναμίξεις.
Και κάπως πρέπει να συνηθίσεις, Maurice.
Κάπως πρέπει να αφήσεις την Άβυσσο να γεννά τα χρώματα και να μην τα πολεμά πια.
Όπως όλα τα χρώματα υπάρχουν μέσα της, έτσι κι εκείνη παραμένει μέσα σου.
Γεννώντας αποχρώσεις, τόνους και συνδυασμούς που γεμίζουν το βλέμμα σου με ένταση και, ταυτόχρονα, με μια νωχελική ικανοποίηση.
Ίσως, Maurice, το δύσκολο δεν ήταν ποτέ να βγεις από το σκοτάδι.
Ίσως ήταν να αντέξεις ότι μπορούσες ακόμη να δεις.