Letters to Maurice #7

Dear Maurice,

Τι να σου πω;

Να σου πω ότι είσαι όλα τα κύματα;

Όλα.

Όπως πλησιάζουν το ένα το άλλο.

Το καθένα με τη δική του ροπή, τη δική του ένταση, τη δική του πορεία.

Και θα περίμενε κανείς πως όταν συναντηθούν θα συγκρουστούν.

Μα δεν συγκρούονται.

Ενώνονται.

Και για μια στιγμή δεν υπάρχει πια ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Υπάρχει ένα καινούριο κύμα.

Μου αρέσει αυτή τους η ιδιότητα, Maurice.

Αυτή η παράξενη παθητικότητα με την οποία παραδίδεται το ένα στο άλλο.

Σχεδόν σαν σεβασμός.

Κανένα δεν ζητά να παραμείνει ακέραιο.

Κι όμως τίποτα δεν χάνεται πραγματικά.

Όλα περνούν μέσα στο επόμενο.

Ίσως έτσι είσαι κι εσύ.

Ίσως έτσι είστε όλοι.

Οι εκφάνσεις που κουβαλάς μέσα σου δεν ήταν ποτέ τόσο αμοιβαία αποκλειόμενες όσο νόμιζες.

Εσύ τις έβαζες απέναντι.

Η μία απέναντι στην άλλη.

Ποια είναι αληθινή;

Ποια θα υπερισχύσει;

Ποια είσαι εσύ;

Πάντα αυτή η καταραμένη ανάγκη να μείνει μία.

Και όμως τα κύματα δεν διαλέγουν.

Συναντιούνται.

Και από τη συνάντηση δημιουργείται κάτι άλλο.

Μια νέα έκφανση.

Που περιέχει όλες τις προηγούμενες χωρίς να είναι καμία από αυτές.

Και τότε σκέφτομαι,

μήπως το πρόβλημα αρχίζει τη στιγμή που πρέπει να επιλέξεις;

Όταν πρέπει να αποφασίσεις ποια λέξη θα βγει από το στόμα σου.

Όταν πρέπει να πεις ναι.

Ή όχι.

Όταν μέσα σου συνυπάρχουν και τα δύο, αλλά η λέξη δεν το επιτρέπει.

Η λέξη θέλει έναν Maurice.

Έναν.

Και κάπως έτσι οι υπόλοιποι καταρρέουν γύρω του.

Μα πού πηγαίνουν;

Δεν πιστεύω ότι χάνονται.

Όπως δεν χάνεται το ένα κύμα μέσα στο άλλο.

Μένει η ροπή του.

Η έντασή του.

Η κατεύθυνσή του.

Ένα κομμάτι του μέσα σε αυτό που ακολουθεί.

Και αυτό κρατά ένα κομμάτι από εκείνο.

Ίσως λοιπόν δεν μου λες ποτέ ολόκληρη την αλήθεια, Maurice.

Αλλά ίσως ούτε εγώ μπορώ να σου τη ζητήσω.

Γιατί ποια από όλες;

Πόσο παράδοξο.

Να χρειάζεται η αλήθεια να γίνει πρόταση για να υπάρξει.

Και τη στιγμή που γίνεται πρόταση, κάτι να έχει ήδη μείνει απ’ έξω.

Γιατί να μην μπορείς να πεις ναι και όχι ταυτόχρονα;

Γιατί να πρέπει να αποδεχτώ τη γραμμικότητα;

Δεν τη δέχομαι.

Θέλω να μπορώ να επιστρέφω στο ίδιο σημείο

χωρίς να είμαι η ίδια.

Προτιμώ τους κύκλους, Maurice.

Ίσως γιατί στον κύκλο δεν ξέρεις πού βρίσκεται η αρχή.

Και πού το τέλος.

Αλλά ξέρεις ότι κινείσαι.

Κι όμως, νομίζουμε πως ανεβαίνουμε.

Κι ακολουθούμε το βέλος του χρόνου που κινείται μόνο προς μία κατεύθυνση.

Προς τα κάτω.

Να μια βεβαιότητα, Maurice.

Μπορεί να μην ξέρει κανείς ποιος είσαι,

αλλά ξέρουμε όλοι πού πας.

Όπως ξέρουμε όλοι το ίδιο για τους εαυτούς μας.

Αν υπάρχει ένα δεδομένο, είναι το πεπερασμένο.

Το ερώτημα δεν είναι γιατί τελειώνουν τα πράγματα.

Το ερώτημα είναι τι κάνεις μέχρι να τελειώσουν.

Χωρίς μοιρολατρίες.

Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το πεπερασμένο θα έπρεπε να είναι αιτία απάθειας.

Σαν να χάνει κάτι την αξία του επειδή θα τελειώσει.

Σαν να πρέπει να διαρκέσει για να υπήρξε.

Όχι.

Δεν το δέχομαι αυτό.

Κοίτα τα κύματα.

Ξέρουν πού καταλήγουν.

Στην ίδια ακτή.

Κουρασμένα πια όταν φτάνουν.

Αποδυναμωμένα.

Σχεδόν μισοπεθαμένα.

Και όμως υπάρχει κάτι εξαιρετικά απαλό σε εκείνη τη στιγμή.

Λίγο πριν χαθούν.

Όταν το κύμα απλώνεται πάνω στην άμμο και προσπαθεί να φτάσει λίγο πιο μακριά.

Λίγο ακόμη.

Χωρίς κανέναν απολύτως λόγο.

Ή ίσως αυτός είναι ο λόγος.

Ότι μπορεί.

Και μετά έρχεται το επόμενο.

Και για λίγο δεν ξέρεις αν το πρώτο χάθηκε κάτω από αυτό

ή αν έγινε μέρος του.

Κι αν δεν είναι σύγκρουση, Maurice;

Κι αν είναι σύνδεση;

Κι αν όλη αυτή η παθητικότητα δεν είναι παραίτηση;

Κι αν είναι άφεση;

Να ενωθούν για μια στιγμή.

Και μετά να χαθούν μέσα στους πόρους της άμμου έχοντας υπάρξει ένα.

Μια στιγμή.

Όχι «έστω» για μια στιγμή.

Πάντα με ενοχλούσε αυτό το «έστω».

Σαν η στιγμή να είναι λιγότερη επειδή είναι στιγμή.

Δεν είναι.

Μπορεί αυτό το γράμμα να είναι λιγότερο για σένα.

Μπορεί να βαρέθηκα λίγο τους συμβολισμούς, Maurice.

Αλλά τι είναι ξεκάθαρο;

Σε ένα συνονθύλευμα από εκφάνσεις που αλληλοσυμπληρώνονται, αλληλοαναιρούνται και καταρρέουν κάθε φορά που πρέπει να γίνουν λέξεις,

τι ακριβώς μπορεί να είναι ξεκάθαρο;

Και αν τίποτα δεν είναι,

πώς ξέρεις πού είναι η ακτή;

Δεν ξέρεις.

Νιώθεις το ρεύμα.

Και κάποια στιγμή σταματάς να απαιτείς να γνωρίζεις εκ των προτέρων πού θα σε βγάλει.

Κουμπώνεις πάνω στο κύμα.

Λίγο πριν πεθάνει.

Εκεί είναι η πιο γλυκιά του στιγμή.

Η πιο απαλή.

Εκεί που δεν χρειάζεται πια να αποδείξει ότι είναι κύμα.

Δεν χρειάζεται να διατηρήσει το σχήμα του.

Και τώρα φαντάσου, Maurice.

Φαντάσου ότι είσαι εσύ.

Νιώθεις το σώμα σου να χάνει τα όριά του μέσα στους πόρους της γης.

Και πίσω σου,

όλη σου η πορεία.

Σαν μια μεγάλη ουρά νερού μέχρι τον ορίζοντα.

Όλα τα κύματα που υπήρξες.

Και για πρώτη φορά δεν χρειάζεται να αποφασίσεις ποιο από αυτά ήσουν.

Από μια άλλη ακτή ξεκίνησες, Maurice.

Και σε μια άλλη ακτή έφτασες.

Μόνο που τώρα,

αν κοιτάξεις το νερό,

δεν μπορείς πια να ξεχωρίσεις

ποιο κύμα ήταν δικό σου.